Ο ιός ανακαλύφθηκε το 1989.
σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης του Ηπατος περισσότεροι από 250000 Ελληνες πάσχουν από την ηπατίτιδα αυτής της μορφής, πολλοί από τους οποίους δεν το γνωρίζουν, καθώς η νόσος μπορεί να εξελίσσεται για χρόνια παραμένοντας ασυμπτωματική.
Οι φορείς σε παγκόσμιο επίπεδο σύμφωνα με τον ΠΟΥ ξεπερνούν τα 200 εκατομμύρια, ενώ οι θάνατοι μετά το 2010 πιστεύεται ότι θα είναι περισσότεροι από αυτούς που οφείλονται στο AIDS, καθώς αναμένονται αύξηση των κρουσμάτων κιρρώσεων και καρκίνου του ήπατος. αυτός είναι και ο λόγος που η Ηπατίτιδα C έχει ανακηρυχθεί ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία.
σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης του Ηπατος περισσότεροι από 250000 Ελληνες πάσχουν από την ηπατίτιδα αυτής της μορφής, πολλοί από τους οποίους δεν το γνωρίζουν, καθώς η νόσος μπορεί να εξελίσσεται για χρόνια παραμένοντας ασυμπτωματική.
Οι φορείς σε παγκόσμιο επίπεδο σύμφωνα με τον ΠΟΥ ξεπερνούν τα 200 εκατομμύρια, ενώ οι θάνατοι μετά το 2010 πιστεύεται ότι θα είναι περισσότεροι από αυτούς που οφείλονται στο AIDS, καθώς αναμένονται αύξηση των κρουσμάτων κιρρώσεων και καρκίνου του ήπατος. αυτός είναι και ο λόγος που η Ηπατίτιδα C έχει ανακηρυχθεί ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία.
Από τα μέσα της δεκαετίας 70 υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις για την ύπαρξη του ιού, καθώς είχα παρατηρηθεί, ότι μεταγγιζόμενοι ασθενείς εμφάνιζαν μιά μορφή ηπατίτιδας, που δεν οφειλόταν στους γνωστούς μέχρι τότε ιούς Α και Β. (την ονόμαζαν μάλιστα non-A, non-B)
Το 1989 απομονώθηκε για πρώτη φορά το RNA του ιού, ο οποίος εμφανίζει 6 διαφορετικούς γονότυπους, καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει πολλές υποομάδες, γεγονός που δυσκολεύει πολύ και την παρασκευή αποτελεσματικού εμβολίου. στην Ελλάδα απαντάται κυριώς ο γονότυπος 4.
Ο ιός είναι σφαιρικός περιβάλλεται από κάψα, περιέχει RNA μονής αλύσεως, που έχει μήκος 9600 νουκλεοτίδια. προσβάλλει τα ηπατικά κύτταρα και πιθανώς τα Β λεμφοκύτταρα και πριοκαλεί ειδική ανοσολογική απάντηση μέσω των Τ λεμφοκυττάρων. Στούς περισσότερους ασθενείς παρατηρείται εμμένουσα ιαιμία, που συνοδεύεται από διαφόρου βαθμού φλεγμονή και ίνωση του ήπατος. Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C το 50% των ηπατικών κυττάρων μπορεί να έχουν προσβληθεί από τον ιό.
Το 1989 απομονώθηκε για πρώτη φορά το RNA του ιού, ο οποίος εμφανίζει 6 διαφορετικούς γονότυπους, καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει πολλές υποομάδες, γεγονός που δυσκολεύει πολύ και την παρασκευή αποτελεσματικού εμβολίου. στην Ελλάδα απαντάται κυριώς ο γονότυπος 4.
Ο ιός είναι σφαιρικός περιβάλλεται από κάψα, περιέχει RNA μονής αλύσεως, που έχει μήκος 9600 νουκλεοτίδια. προσβάλλει τα ηπατικά κύτταρα και πιθανώς τα Β λεμφοκύτταρα και πριοκαλεί ειδική ανοσολογική απάντηση μέσω των Τ λεμφοκυττάρων. Στούς περισσότερους ασθενείς παρατηρείται εμμένουσα ιαιμία, που συνοδεύεται από διαφόρου βαθμού φλεγμονή και ίνωση του ήπατος. Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C το 50% των ηπατικών κυττάρων μπορεί να έχουν προσβληθεί από τον ιό.
Τρόποι μετάδοσης
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1990 οπότε καθιερώθηκε και ο σχετικός έλεγχος στις μονάδες αιμοδοσίας, η κύρια μετάδοση θεωρούνταν η μετάγγιση μολυσμένου αίματος και των παραγώγων αυτού. Σήμερα η κύριοι τρόποι μετάδοσης θεωρούνται:
- Η από κοινού χρήση εξαρτημάτων για την ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών ουσιών. Είναι ο πιό συνηθισμένος τρόπος μετάδοσης, καθώς το 80% των χρηστών, σύμφωνα με τις έρευνες, πάσχουν από την νόσο.
- Η χρήση μή αποστειρωμένων εργαλείων τατουάζ και piercing
- Η κοινή χρήση ατομικών ειδών όπως είναι οι ξυριστικές μηχανές και οι οδοντόβουρτσες.
- Μολύνσεις από συμβάματα κατά την εκτέλεση ιατρικών και νοσηλευτικών πράξεων.
- πολλαπλοί ερωτικοί σύντροφοι και ομοφυλοφιλικές σχέσεις.Σε αντίθεση με την ηπατίτιδα Β ο κίνδυνος μετάδοσης από σύντροφο σε σύντροφο είναι πολύ μικρότερος σε ετεροφυλικά ζευγάρια αλλά σταθερής σχέσης.
- Χρήση κοκαίνης μέσω κοινών εργαλείων εισπνοής
- Κάθετη μετάδοση από την μητέρα στο παιδί. Ο κίνδυνος ανέρχεται στο 2-7% αλλά αυξάνεται (άνω του 20%) όταν το ιικό φορτίο είναι υψηλό ή συνυπάρχει μόλυνση από HIV.
Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι αρκετά συχνά (άνω του 10%) οι ασθενείς δεν ανήκουν σε κάποια από τις πιό πάνω περιπτώσεις υψηλού κινδύνου.
Η εξέλιξη της νόσου.
Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 15 μέρες έως 6 μήνες και ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών παραμένουν ασυμπτωματικοί, ή παρουσιάζουν ήπια μή χαρακτηριστικά συμπτώματα, όπως αίσθημα κοπώσεως, ναυτία κλπ. Ενα μόνο μικρό ποσοστό μπορεί να εμφανίσει ίκτερο.
Το 60-80% των ασθενών θα εμφανίσει χρόνια ηπατίτιδα σε 2-3 χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη. Οι περισσότεροι από αυτούς παραμένουν ασυμπτωματικοί, ένα όμως ποσοστό 20% θα εμφανίσει κίρρωση του ήπατος μετά από 20 περίπου χρόνια,ενώ επταπλασιάζεται και ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ήπατος, γεγονότα που αποτελούν και την συχνότερη αιτία θανάτου από την λοίμωξη HCV.
Ο κίνδυνος πρόκλησης βλαβών στο ήπαρ είναι ιδιαίτερα αυξημένος όταν :
Εχουμε επαναμολύνσεις από διαφορετικά στελέχη του ιού
Γίνεται κατάχρηση αλκοόλ ή χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Υπάρχει ταυτόχρονη μόλυνση από διάφορους άλλους ιούς, όπως αυτού της ηπατίτιδας Β ή του ιού του AIDS.
Λόγω του ότι επιδημιολογικά η εξάπλωση και τα αποτελέσματα του ιού δεν έχουν ακόμα μελετηθεί πλήρως λόγω της πρόσφατης ανακάλυψής του, απαιτείται αυξημένη επαγρύπνηση από τους δημόσιους υγειονομικούς φορείς, καθώς η ασυμπτωματικότητά του που τον χαρακτηρίζει τον καθιστά ακόμα πιό επικίνδυνο αφού πολλοί φορείς δεν τον αντιλαμβάνονται έγκαιρα, και μπορεί να συνεχίζουν έναν τρόπο ζωής που επιβαρύνει κι άλλο την οργανική τους κατάσταση.
Η έγκαιρη διάγνωση, βοηθά στην πιό αποτελεσματική θεραπεία ή οποία μπορεί να είναι οριστική στο 50-60% των περιπτώσεων.
Η θεραπεία είναι συνδυασμός υποδόριας χορήγησης ιντερφερόνης-peg με αντιικό φάρμακο, συνηθέστερα το Ribavirin, για διάστημα όχι λιγότερο των 6 μήνων έως χρόνου, μέχρι ολικού μηδενισμού του ιικού φορτιόυ στο αίμα του ασθενούς.
Το 60-80% των ασθενών θα εμφανίσει χρόνια ηπατίτιδα σε 2-3 χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη. Οι περισσότεροι από αυτούς παραμένουν ασυμπτωματικοί, ένα όμως ποσοστό 20% θα εμφανίσει κίρρωση του ήπατος μετά από 20 περίπου χρόνια,ενώ επταπλασιάζεται και ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ήπατος, γεγονότα που αποτελούν και την συχνότερη αιτία θανάτου από την λοίμωξη HCV.
Ο κίνδυνος πρόκλησης βλαβών στο ήπαρ είναι ιδιαίτερα αυξημένος όταν :
Εχουμε επαναμολύνσεις από διαφορετικά στελέχη του ιού
Γίνεται κατάχρηση αλκοόλ ή χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Υπάρχει ταυτόχρονη μόλυνση από διάφορους άλλους ιούς, όπως αυτού της ηπατίτιδας Β ή του ιού του AIDS.
Λόγω του ότι επιδημιολογικά η εξάπλωση και τα αποτελέσματα του ιού δεν έχουν ακόμα μελετηθεί πλήρως λόγω της πρόσφατης ανακάλυψής του, απαιτείται αυξημένη επαγρύπνηση από τους δημόσιους υγειονομικούς φορείς, καθώς η ασυμπτωματικότητά του που τον χαρακτηρίζει τον καθιστά ακόμα πιό επικίνδυνο αφού πολλοί φορείς δεν τον αντιλαμβάνονται έγκαιρα, και μπορεί να συνεχίζουν έναν τρόπο ζωής που επιβαρύνει κι άλλο την οργανική τους κατάσταση.
Η έγκαιρη διάγνωση, βοηθά στην πιό αποτελεσματική θεραπεία ή οποία μπορεί να είναι οριστική στο 50-60% των περιπτώσεων.
Η θεραπεία είναι συνδυασμός υποδόριας χορήγησης ιντερφερόνης-peg με αντιικό φάρμακο, συνηθέστερα το Ribavirin, για διάστημα όχι λιγότερο των 6 μήνων έως χρόνου, μέχρι ολικού μηδενισμού του ιικού φορτιόυ στο αίμα του ασθενούς.
άρθρο του περιοδικού 30 μέρες φαρμακευτικά